Διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου του εναπομείναντος in situ τμήματος του μεσαιωνικού Υδραγωγείου Πάτρας

Διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου του εναπομείναντος in situ τμήματος του μεσαιωνικού Υδραγωγείου Πάτρας

Αντικείμενό της μελέτης είναι η ανάδειξη και διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου του εναπομείναντος in situ τμήματος του μεσαιωνικού υδραγωγείου Πάτρας. Βρίσκεται στην κοιλάδα μεταξύ των περιοχών Ασυρμάτου και Αρόης, στην θέση της οποίας κατασκευάζεται η Μικρή Περιμετρική Οδός Πατρών. Το 2006 κατά τις εργασίες διάνοιξης  ανατολικά του Κάστρου,  αποκαλύφθηκε τµήµα Υδραγωγείου της πόλης που  ανήκει στους  πρώιµους µμεταβυζαντινούς χρόνους. Επρόκειτο για άγνωστο έως  τότε  και πλήρως  επιχωματωμένο µνηµείο. Για την συνέχιση των εργασιών  στην Μικρή Περιμετρική µμεταφέρθηκε τμήμα του  Υδραγωγείου (περίπου 23µ.) και τοποθετήθηκε νοτιότερα πλησίον  του  υπέργειου τµήµατος  του  Ρωμαϊκού  Υδραγωγείου της Πάτρας. Την άνοιξη του 2016 σε συνέχεια της ανασκαφής αποκαλύφθηκε επιπλέον τμήμα του υδραγωγείου (περίπου 50µ.). Στο τμήμα αυτό υπάρχουν επτά ηµικυκλικές  καµάρες πάνω στις  οποίες συνεχίζει ο κτιστός  υδραύλακας. Στη συνέχεια αυτού του ευθύγραμμου τμήματος ακολουθεί αποδιοργανωμένο καμπύλο τμήμα (περίπου 25µ.).. Το νεοανακαλυφθέν τμήμα του υδραγωγείου είναι μεγαλύτερου συνολικά μήκους από το αρχικό. Βρίσκεται όμως σε μία δυσμενή διαμορφωμένη συνθήκη περιβάλλοντος χώρου και αυτό ακριβώς είναι το προς επίλυση ζήτημα της μελέτης ανάδειξής του. Με την άρτια μορφολογική και λειτουργική σχεδίαση του περιβάλλοντος χώρου του, επιχειρείται η άρση των προβλημάτων που του κληροδοτήθηκαν τόσο από την κατασκευή της γέφυρας όσο και από τον αναγκαστικό «ακρωτηριασμό» τμήματός του. Η βέλτιστη ένταξη και προσαρμογή στο φυσικό τοπίο προσβλέπει στην ανάδειξη του και στην δημιουργία ενός μικρού αλλά ενδιαφέροντος επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου. Η συνολική επιφάνεια που διαμορφώνεται είναι 550 μ2 περίπου. Είναι ένα επιμηκυμένο παραλληλόγραμμο πλάτους περίπου 9 μέτρων που ενσωματώνει το υδραγωγείο. Για τις ανάγκες ανάδειξης του μνημείου προτάθηκε η διεύρυνση της ζώνης απαλλοτρίωσης μιας και η αρχική χάραξη αυτής στο μεγαλύτερο τμήμα της εφάπτονταν με την βάση του αφήνοντας εκτός τις αντηρίδες του. Η είσοδος στο νέο αρχαιολογικό χώρο γίνεται στο βορειοδυτικό του άκρο. Από τη θέση αυτή ξεκινάει η κατασκευή υπερυψωμένης μεταλλικής κλίμακας–γέφυρας με ξύλινο δάπεδο και πατήματα. Η δημιουργία δύο παράλληλων ανισόσταθμων κινήσεων πρόσβασης επιτρέπει την προσέγγιση και θέαση του μνημείου από πολλές και διαφορετικής ποιότητας θέσεις κάνοντας όσο το δυνατό πιο ενδιαφέρουσα την επίσκεψη σε αυτόν τον μικρό αρχαιολογικό χώρο. Μεταξύ των δύο κινήσεων υπάρχει μία ζώνη πλάτους δύο μέτρων όπου τοποθετούνται κλιμακωτά συρματοκιβώτια για να συγκρατήσουν το έδαφος. Η διαδοχική κλιμάκωση γίνεται σε ύψος έως τριών μέτρων και συντελεί στην αίσθηση της διεύρυνσης και στον ικανοποιητικό φωτισμό στη περιοχή της εγκάρσιας τομής του χώρου. Τα συρματοκιβώτια πληρώνονται με σκουρόχρωμες κατεργασμένες πέτρες και αναπαριστούν τις «όχθες» του ποταμού. Χρωματικά έρχονται σε αντίθεση με τις λευκές κροκάλες που βρίσκονται στην «κοίτη» του ποταμού.

Κύριος του Έργου : Εφορεία Αρχαιοτήτων Αχαΐας
Τοποθεσία : Πάτρα
Μελέτη : 2016
Αρχιτεκτονική μελέτη : Μανώλης Βότσης, Φίλιππος Γεροντάκης, Δήμητρα Μπουγά, Αντώνης Κρασάς
×